Πέμπτη, 14 Μαΐου 2009

Διαβάζουμε Πέτρο ΠΙκρό


Πέτρος Πικρός: Ο Ελληνας Γκόρκι του Μεσοπολέμου

Επανεκδόθηκαν οι συλλογές διηγημάτων «Χαμένα κορμιά» και «Σα θα γίνουμε άνθρωποι» του Πέτρου Πικρού (1895-1956). Το λούμπεν προλεταριάτο των σελίδων του ενοχλούσε τους «νοικοκύρηδες» Δεξιάς και Αριστεράς. Μία από τις καλές ειδήσεις της ανοιξιάτικης εκδοτικής παραγωγής είναι η επανέκδοση δύο σημαντικών βιβλίων της νεοελληνικής λογοτεχνίας, των συλλογών διηγημάτων «Χαμένα κορμιά» (1922) και «Σα θα γίνουμε άνθρωποι» (1924) του Πέτρου Πικρού (ψευδώνυμο του Ιωάννη Γιανναρόπουλου, 1895/96-1956).

«Τους ήρωές μου τους είδα να ζούνε μέσα στη βιοπάλη, στον βόρβορο και στην κοσμοχαλασιά» έγραφε ο Πικρός

«Τους ήρωές μου τους είδα να ζούνε μέσα στη βιοπάλη, στον βόρβορο και στην κοσμοχαλασιά» έγραφε ο Πικρός

Είναι τα δύο πρώτα μέρη μιας τριλογίας, η οποία ολοκληρώνεται με το μυθιστόρημα «Τουμπεκί» (1927). Τη φιλολογική επιμέλεια ανέλαβε η Χριστίνα Ντουνιά, επίκουρος καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, και την έκδοση η «Αγρα» του Σταύρου Πετσόπουλου.

Νατουραλιστής, κατά τα λογοτεχνικά του πρότυπα, τον Εμίλ Ζολά και τον Μαξίμ Γκόρκι (η ρωσική λέξη «γκόρκι» σημαίνει πικρός, εξ ου και το ψευδώνυμο Πικρός), βγάζει από την αφάνεια το λούμπεν προλεταριάτο της εποχής του. Οι ήρωές του είναι οι ταπεινοί και καταφρονεμένοι, οι οποίοι έχουν ριχτεί στη μεγάλη πόλη προσπαθώντας να επιβιώσουν, ξεχνώντας το παρελθόν τους και υπογράφοντας το αβέβαιον του μέλλοντός τους. Με μια γλώσσα απλή, φυσική και ρέουσα, δίνει φωνή στις πόρνες, στους προαγωγούς, στους μικροαπατεώνες, στους άστεγους, στους φυλακισμένους, στους χρήστες ναρκωτικών, στους πάσχοντες από αφροδίσια και φυματίωση.

Με μεγάλη κλίση στις επιστήμες και στα γράμματα, ο Πέτρος Πικρός γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Αφού σπούδασε Ιατρική και Βιοχημεία στο Παρίσι και τη Γερμανία, επέστρεψε στην Ελλάδα, τρία χρόνια πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Επηρεασμένος από τις αριστερές ιδέες του Ανρί Μπαρμπίς, θα επιδώσει διαμαρτυρία στον Ελευθέριο Βενιζέλο για τον εκτοπισμό του Αβραάμ Μπεναρόγια στην Ανάφη.

Ιδιότροπη και εριστική προσωπικότητα, αισθάνεται άβολα με τους ομοϊδεάτες του, αν κι είχε περάσει από διευθυντικές θέσεις στον «Ριζοσπάστη» και τα λογοτεχνικά περιοδικά «Πρωτοπόροι» και «Νέοι Πρωτοπόροι». Κι αυτοί θα του καταλογίσουν ότι στο έργο του περιγράφει έναν κόσμο παρακμής που δεν συνάδει με τις νέες ιδέες της Οκτωβριανής Επανάστασης. Οι ιδεολογικοί εχθροί του θα τον κυνηγήσουν και θα τον φυλακίσουν. Ετσι, διωγμένος από δικούς και ξένους, θα ζήσει την εξορία μέσα στην ίδια του τη χώρα.

Τα ταλέντα του όμως δεν θα καταφέρει να του τα αφαιρέσει κανείς: πεζογράφος, δημοσιογράφος, κριτικός, μεταφραστής του Νίτσε, του Λένιν και μεγάλων έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας (Γκόρκι, Ντοστογιέφσκι, Ζολά, Φρανς, Ντ' Ανούτσιο κ.ά.), μέγας ρήτορας σε φοιτητικές και εργατικές συγκεντρώσεις. «Τους τύπους μου, τους ήρωές μου, τους είδα να ζούνε, να πονούνε, να λαχταρούνε, να παραδέρνουνε μέσα στη βιοπάλη, στον κοινωνικό ανεμοστρόβιλο, στο βόρβορο και στην κοσμοχαλασιά», απευθύνεται στον αναγνώστη από τον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου «Σα θα γίνουμε άνθρωποι». Και συνεχίζει: «Τους κοίταξα έναν έναν υπομονετικά, επίμονα, με το ενδιαφέρον του ανατόμου που ψάχνει να βρει τον κρυφό ιστό στο πτώμα που έχει εμπρός του -ενδιαφέρον, που στα μάτια του ανήξερου και του ανίδεου αποκλείει τάχατες τη συμπονιά. Ετσι τους μάζεψα άλλους ήσυχα ήσυχα κι άλλους τους άρπαξα απ' τα μαλλιά για να τους ρίξω εδώ μέσα και να ζωντανέψω τις κάμποσες αυτές σελίδες».

Φανερά ενοχλημένος από τον πόλεμο που τού έχουν ανοίξει συγκεκριμένοι κύκλοι διανοουμένων -όπως ο Πάνος Δ. Ταγκόπουλος του «Νουμά»-, θα εξαπολύσει αντεπίθεση: «Ο νοικοκύρης άνθρωπος, ο "καλός" πατέρας κι ο "αγνός" ηθικολόγος, να προσέξουνε καλά να μην το πάνε το βιβλίο μου σπίτι τους. Ας μη χωρέσει αμφιβολία, το βιβλίο αυτό είναι ενάντιο τόσο στη νοικοκυρίστικια όσο και στην ταγκοπουλίστικια ψευτοηθική».

Ο Πέτρος Πικρός δεν ανήκει στο μουσείο της νεοελληνικής λογοτεχνίας και εξηγεί τους λόγους η επιμελήτρια Χριστίνα Ντουνιά: «Το έργο του προσελκύει τον σημερινό αναγνώστη, όχι μόνο γιατί είναι γραμμένο σε μια γλώσσα που ακούγεται ακόμα ολοζώντανη, αλλά επειδή διαθέτει μια αφηγηματική τεχνική που καθόλου δεν μυρίζει λογοτεχνική ναφθαλίνη. Δίνοντας φωνή στους ήρωές του, εκτελώντας κάποτε τον ρόλο του στενογράφου που καταγράφει τις μαρτυρίες του, αναδεικνύει εκ των έσω τη δική τους εμπειρία του κόσμου και τη δική τους οπτική».



Δεν υπάρχουν σχόλια: