Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Καρόλου Ντίκενς



Το συγγραφικό έργο του μεγάλου πολέμιου της φτώχειας, μοιάζει επίκαιρο όσο ποτέ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 21/01/2012, 13:34
Διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Καρόλου Ντίκενς

http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=439548

Διακόσια χρόνια μετά τη γέννηση του Καρόλου Ντίκενς -γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1812 στο Λάντπορτ του Πόρτσμουθ και πέθανε το 1870 στο Ρότσεστερ, χωρίς να προλάβει να φτάσει τα 60-, το έργο του μοιάζει περισσότερο επίκαιρο από ποτέ.
Την εποχή της πρωτοφανούς κρίσης, με την ανεργία να αυξάνεται και τα εισοδήματα να συρρικνώνονται, η ρημαγμένη από την οικονομική εξαθλίωση βικτωριανή Αγγλία, που κυριαρχεί σε όλη τη μυθιστορηματική παραγωγή του Ντίκενς, επανακάμπτει εντυπωσιακά στο προσκήνιο, για να υπενθυμίσει μιαν ανυπόφορα βαριά κοινωνική συνθήκη: μια συνθήκη που η ευμάρεια του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα έδειχνε μέχρι και πριν από λίγα μόλις χρόνια πως είχε μπει οριστικά στα αζήτητα της Ιστορίας (ακόμα κι αν τα πρώτα σημάδια για τον τερματισμό του αναδιανεμητικού συστήματος της μεταπολεμικής περιόδου άρχισαν να εμφανίζονται ήδη από το τέλος της δεκαετίας του 1970).
Δουλεύοντας σε εργοστάσιο βερνικιών
Το τέκνο μιας καταχρεωμένης δημοσιοϋπαλληλικής οικογένειας, που σταμάτησε το σχολείο για να δουλέψει σε εργοστάσιο βερνικιών και γνώρισε στο πετσί του τη σκληρότητα της παιδικής εργασίας, υπήρξε ένας από τους σφοδρότερους επικριτές τόσο των κάθετων ταξικών διαιρέσεων της αγγλικής κοινωνίας του 19ου αιώνα, όσο και της τεράστιας φτώχειας, την οποία σήμανε για εξαιρετικά μεγάλα τμήματα του πληθυσμού η Βιομηχανική Επανάσταση.
Η φτώχεια καθόρισε τον κόσμο των μυθιστορημάτων του Ντίκενς και αποτυπώθηκε με τον πιο παραστατικό τρόπο στους διάσημους χαρακτήρες του. Από τον Όλιβερ Τουίστ και τον Νίκολας Νίκλεμπι (αμφότερα το 1839), όπου θα αποκαλυφθεί με τα μελανότερα χρώματα η μαύρη καθημερινότητα του Λονδίνου και του Γιορκσάιρ, με ένα σύμπαν βυθισμένο στο έγκλημα και την πορνεία (μολονότι η εικόνα της πόρνης θα απαλλαγεί σε εντυπωσιακό βαθμό από την ηθική και την κοινωνική της απαξίωση), μέχρι τον Ζοφερό Οίκο (1853) και τη Μικρή Ντόρριτ (1857), που θα αποτελέσουν ένα ανάθεμα για τους βικτωριανούς θεσμούς και τη βικτωριανή οικονομία (άδικο δικαστικό σύστημα, με σωρεία φυλακίσεων για χρέη, αποχαλινωμένη εργασιακή αγορά, απουσία της οποιασδήποτε προστασίας για τον πολύωρο και προκλητικά απλήρωτο μόχθο), η μυθιστοριογραφία του Ντίκενς θα είναι η μυθιστοριογραφία των φτωχών, των ανήμπορων και των ξεγυμνωμένων.
Οι εικόνες της αδυναμίας, του ξεπεσμού και του στυγνού προσώπου της εργοδοσίας δεν θα λείψουν και από το κορυφαίο έργο του Ντίκενς, τον Ντέιβιντ Κόπερφιλντ (1850), μια σαφώς αυτοβιογραφική σύνθεση (όπως, άλλωστε, και τα περισσότερα βιβλία του), με την οποία θα ανακαλέσει πικρά στιγμιότυπα από τη ζωή του στο εργοστάσιο βερνικιών.
Πανταχού παρούσα και βασισμένη στην προσωπική του η εμπειρία, η φτώχεια θα απασχολήσει τον Ντίκενς από τη μια ως υλικό (οικονομικό και κοινωνιολογικό) ζήτημα και από την άλλη ως καθαρώς ηθικό και ψυχολογικό μέγεθος.
Από τη Χριστουγεννιάτικη ιστορία (1843) μέχρι και τα Δύσκολα χρόνια (1854) ή τις Μεγάλες προσδοκίες (1861), ο Ντίκενς θα μιλήσει για τη φτώχεια μέσω της ανάπτυξης ενός προβληματισμού για τη σημασία και το βάρος του χρήματος στον βίο των ανθρώπων που υποφέρουν από την έλλειψή του, όπως και των ανθρώπων που το κατέχουν και το διακινούν, καταδικάζοντας την ύπαρξη των υπολοίπων σε έναν μόνιμο στροβιλισμό, που έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την περιθωριοποίηση και την απόγνωση.
Στη νουβέλα της Χριστουγεννιάτικης ιστορίας, που γνώρισε άπειρες εκδοχές στον κινηματογράφο και είναι το γνωστότερο βιβλίο του Ντίκενς, όπως και ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο σπαγγοραμμένος Εμπενίζερ Σκρουτζ, που θα μετατραπεί σε συνώνυμο της εξοντωτικής απροθυμίας και της ολοκληρωτικής μιζέριας, θα δείξει τις βλαβερές συνέπειες του πλούτου σε εύπορους και φτωχούς.
Φτωχοί και εύποροι θα βρουν τη χαρά τους μόνο όταν το χρήμα θα βγει από το σφιχτοδεμένο πουγκί, για να φέρει την ευτυχία στο τραπέζι όλων.
Στα Δύσκολα χρόνια, ο Ντίκενς δεν θα κρύψει την απογοήτευσή του για το όραμα της βιομηχανικής τεχνολογίας, που αντί να διευκολύνει το άνοιγμα του δρόμου για έναν νέο τρόπο ζωής, ικανό να συμπεριλάβει στους κόλπους του τις χειμαζόμενες μάζες, θα μαζέψει το χρήμα στα χέρια των λίγων, χαντακώνοντας κάθε προοπτική και ελπίδα για τα εργατικά στρώματα.
Ακόμα και στις Μεγάλες προσδοκίες, που μάλλον ξεφεύγουν από τα όρια του κοινωνικού μυθιστορήματος, ο συγγραφέας θα χτίσει τον κεντρικό του χαρακτήρα με βάση τις επιταγές του χρήματος, όπως τουλάχιστον τις αντιλαμβάνεται η βικτωριανή Αγγλία: το φτωχόπαιδο που αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο στο μυθιστόρημα, θα έχει έναν και μοναδικό στόχο, το πώς να πλουτίσει σε μια κοινωνία συστηματικών αποκλεισμών.
Κι όλα αυτά στο πλαίσιο μιας αφήγησης που θέλει να αποδείξει και στα τρία έργα το ίδιο πράγμα: ότι η φτώχεια δεν συνιστά φυσική κατάσταση ή προϊόν προσωπικής ανικανότητας, αλλά το απαραγνώριστο χαρακτηριστικό ενός πανίσχυρου ταξικού καθεστώτος, που υπερασπίζεται με νύχια και με δόντια την πίστη του στην ανισομέρεια και την ανισότητα.

Ένας πολυεπίπεδος κοινωνικός κόσμος
Ο Ντίκενς έχει κατηγορηθεί κατ' επανάληψη για την προσήλωσή του στην κριτική της φτώχειας, που θεωρήθηκε από πολλούς επιβαρυντικό στοιχείο για τη λογοτεχνική λειτουργία των μυθιστορημάτων του.
Ο ανεξέλεγκτος συναισθηματισμός απέναντι στους βασανισμένους ήρωες και η σχηματικότητα στην εικονογράφηση της ταξικής βίας είναι δύο από τα συχνότερα επιχειρήματα αυτής της συλλογιστικής, που βλέπει στον Ντίκενς μιαν άχρωμη και υποτονική κλίμακα διαβαθμίσεων.
Τέτοιου τύπου, ωστόσο, δυσχέρειες, που σίγουρα δεν απουσιάζουν κατά τόπους από τη δουλειά του Ντίκενς, τείνουν αμέσως να εξισορροπηθούν από την εκτεταμένη ποικιλία των χαρακτήρων του, η οποία ανακινεί πολλαπλές όψεις του συλλογικού περίγυρου, όπως και από την κάθε άλλο παρά προγραμματική οπτική του για το καθημερινό περιβάλλον της φτώχειας και του πλούτου: οπτική που κινείται ευθύς εξαρχής σε ένα πολύχυμο κοινωνικό και ιστορικό πεδίο.
Ξαναδιαβάζοντας τον Ντίκενς, θα ανακαλύψουμε εύκολα και μιαν άλλη αρετή του. Η κριτική της φτώχειας αποκτά τόσο παραστατική δύναμη στα γραπτά του, χάρη στη σοφά διαρθρωμένη πλοκή του. Δημοσιευμένα ως επί το πλείστον υπό τη μορφή επιφυλλιδογραφικών μυθιστορημάτων (μηνιαίες συνέχειες στον περιοδικό Τύπο), τα βιβλία του Ντίκενς ξέρουν πώς να διατηρούν αμείωτη την προσοχή του αναγνώστη από ενότητα σε ενότητα και από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, εξασφαλίζοντας έναν περιεκτικό, γεμάτο εντάσεις μύθο, που συνδυάζεται με μιαν αρραγή και πέρα για πέρα συναρπαστική δράση. Σίγουρα, ένας μυθιστοριογράφος του καιρού μας.

Ο ζοφερός οίκος
μετάφραση: Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Gutenberg - Γιώργος & Κώστας Δαρδανός, 2009 729 σελ. Τιμή € 61,15
Ο "Ζοφερός Οίκος" είναι το ένατο βιβλίο του Ντίκενς και θεωρείται από τα καλύτερα και πιο ολοκληρωμένα του μυθιστορήματα, με μια πληθώρα κεντρικών και δευτερευόντων χαρακτήρων. Δεν πρόκειται απλώς για ένα σπουδαίο βικτοριανό μυθιστόρημα, έναν σχολιασμό της κοινωνίας και μια σάτιρα του δικαστικού συστήματος. Είναι επίσης ένα ρομάντζο, ένα μελόδραμα, μια από τις πρώτες αστυνομικές ιστορίες στην αγγλική λογοτεχνία, ένα κοινωνικό έπος μεγάλης κλίμακας, καθώς και το πιο ευρηματικό του έργο. Τον 19ο αιώνα, όπου μαινόταν η μάχη ανάμεσα στο Ρομαντισμό και τον Ωφελιμισμό, την καρδιά και το μυαλό, ο Ντίκενς με το έργο του υπερασπίστηκε και τις δυο πλευρές. Από ιστορική άποψη, το σπουδαίο αυτό μυθιστόρημα συμπίπτει με τη μεταρρύθμιση του αγγλικού ποινικού κώδικα, την παρακμή της αριστοκρατικής τάξης και την άνοδο της σύγχρονης αστυνομικής δύναμης στην Αγγλία, η οποία σηματοδοτεί την πιο συντηρητική περίοδο της ανόδου της μεσαίας τάξης και των ελεγχόμενων κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Πρόκειται για τη μετάβαση της κοινωνικής δύναμης από την άκαρδη και άδικη αριστοκρατική κοινωνία, με τα προνόμια και τη μυστικοπάθειά της, σε έναν πιο δημοκρατικό κόσμο που κυβερνάται από δικαιοφροσύνη και αίσθηση του καθήκοντος.

Το μυστήριο του Έντουιν Ντρουντ
μετάφραση: Αθηνά Κακούρη
Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2008 397 σελ. Τιμή € 22,21
Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης Βρετανικής Λογοτεχνίας ΕΚΕΜΕΛ [2009]
Το μυθιστόρημα αυτό -που ο Ντίκενς πεθαίνοντας ξαφνικά άφησε ημιτελές- εκτυλίσσεται στα περίτεχνα κτίσματα του καθεδρικού ναού της πόλης του Κλόιστεραμ και στα μεσαιωνικά της ερείπια, σε κρύπτες και σε νεκροταφεία, σε μια ατμόσφαιρα βαριά από το παρελθόν και τα μυστικά του.
Λουλούδι τρυφερό μέσα σ' αυτό το περιβάλλον, η μικρή Ροζ Μπαντ αποτελεί το αντικείμενο επιβουλής του ζοφερού Τζακ Τζάσπερ. Μια δεκάδα από χαρακτηριστικούς ντικενσιανούς τύπους, που είναι ταυτοχρόνως αλλόκοτοι και ολοζώντανοι, εμπλέκονται στην υπόθεση μιας εξαφάνισης με δραματικό αντίκτυπο, με κωμικότατα επεισόδια και εκπληκτικές ανατροπές.

Το τέλος της ιστορίας χάθηκε με τον συγγραφέα της. Ο Ντίκενς, που κατά κανόνα κατέστρωνε όλο το μυθιστόρημα και κρατούσε σημειώσεις για το τι θα συμβεί σε κάθε κεφάλαιο, από το πρώτο ως το τελευταίο, δεν άφησε εδώ καμία σχετική ένδειξη. Τίποτα, εκτός από όσα υποτίθεται πως εμπιστεύτηκε στη βασίλισσα Βικτωρία, η οποία δεν αποκάλυψε σε κανέναν το μυστικό...

Χριστουγεννιάτικα κάλαντα
Μαζί με το "Χριστουγεννιάτικο δέντρο"
μετάφραση: Μάρα Μοίρα εικονογράφηση: Ρόμπερτ Ίνγκπεν
Εκδόσεις Πατάκη, 2008 Τιμή € 19,36
[...] Ο Ντίκενς άρχισε να γράφει τα "Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα" τον Οκτώβριο του 1843 και τα ολοκλήρωσε εγκαίρως, ώστε να προλάβουν να εκδοθούν και να κυκλοφορήσουν τα Χριστούγεννα της ίδιας χρονιάς. Τα πρώτα 6.000 αντίτυπα του βιβλίου πωλήθηκαν σε ελάχιστες ημέρες και οι επανειλημμένες και αναρίθμητες εκδόσεις του, σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης, συνιστούν πλέον χριστουγεννιάτική παράδοση. Οι ήρωες του εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να κατακτούν και να συγκρίνουν τις καρδιές των μικρών -και όχι τόσο μικρών- αναγνωστών.

Μεγάλες προσδοκίες
μετάφραση: Άρτεμις Σταμπουλοπούλου
Πόλις, 1998 748 σελ. Τιμή € 25,48




Για περισσότερη βιβλιογραφία,
http://biblionet.gr/main.asp?page=showauthor&personsid=493

Δεν υπάρχουν σχόλια: